Σύμφωνα με τον ίδιο, για να επιτύχει ανάπτυξη η Ελλάδα χρειάζεται μια υποτίμηση της οικονομίας της ώστε να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της. Για να γίνει αυτό υπάρχουν θεωρητικά τέσσερις τρόποι.
Ο πρώτος είναι μήπως εκ θαύματος το ευρώ υποτιμηθεί κατά 30% έναντι του δολαρίου. Ο δεύτερος είναι ο δρόμος των δομικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες στη Γερμανία έκαναν 10 χρόνια για να αποδώσουν. Ο τρίτος είναι η εσωτερική υποτίμηση, που επιχειρείται στην Ελλάδα και έχει προκαλέσει σοβαρή ύφεση. Ως εκ τούτου, ο ίδιος υποστηρίζει τον τέταρτο, ο οποίος είναι και έξοδος της χώρας από το ευρώ και η επιστροφή της στη δραχμή.
Μια τέτοια κίνηση από πλευράς της Αθήνας, είπε, δεν θα είναι απαραίτητα καταστροφική. Όπως επισήμανε, οι παράπλευρες απώλειες στην κοινωνία και την οικονομία μπορούν να μετριαστούν σημαντικά, αν η Αθήνα διαπραγματευτεί, ως οφείλει, την έξοδό της με την τρόικα, ώστε να επιτύχει πλήρη στήριξη καθ' όλη τη διάρκεια αυτού του εγχειρήματος και σε διάφορους τομείς, όπως π.χ. η επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.
Για τον ίδιο, η επιλογή της Ελλάδας –η οποία, λέει, βρίσκεται ήδη σε καθεστώς χρεοκοπίας χαρακτηρίζοντας το «κούρεμα» στο χρέος της εκβιαστικό κι όχι εθελοντικό- δεν είναι ανάμεσα στην παραμονή ή την έξοδο από το ευρώ. Είναι ανάμεσα στην έξοδο από το ευρώ ή την ύφεση, η οποία οδεύει προς το να εξελιχθεί σε ένα Μεγάλο Κραχ. Συμβουλεύει δε την ελληνική κυβέρνηση να αποδεχθεί το «πικρό» φάρμακο της εξόδου, ώστε να επιτύχει ανάπτυξη και να διασφαλίσει το μέλλον της χώρας.






